Μετάφραση του "lotto" σε Ελληνικά

Οι οικόπεδο, αγροτεμάχιο, κομμάτι γης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lotto" σε Ελληνικά.

lotto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικόπεδο

    noun

    E ora i pompieri stanno utilizzando il lotto come centro triage per l'esercitazione di emergenza.

    Kαι τώρα κάποιοι πυροσβέστες χρησιμοποιούν το οικόπεδο σαν ιατρείο για την άσκηση.

  • αγροτεμάχιο

    noun neuter

    Siete interessati al lotto 143-B?

    Σας ενδιαφέρει αγροτεμάχιο 143-B;

  • κομμάτι γης

    noun

    Un lotto è un pezzo di terra che ha un proprietario e una recinzione.

    Κτήμα, είναι ένα κομμάτι γης που έχει έναν ιδιοκτήτη κι ένα φράχτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lotto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lotto

Lotto (abbigliamento)

+ Προσθήκη

"Lotto" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lotto στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lotto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lotto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη