Μετάφραση του "lottatore" σε Ελληνικά

Οι παλαιστής, αγωνιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lottatore" σε Ελληνικά.

lottatore noun masculine γραμματική

Persona che lotta, tipicamente in un incontro di wrestling.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλαιστής

    παλαιστής, αθλητής που ειδικεύεται στην πάλη (οι επαγγελματίες παλαιστές κατ' εξαίρεση βρίσκονται στο Q13474373)

    Insieme, tu ed io formiamo un lottatore di wrestling birazziale.

    Μαζί, εσείς και εγώ κάνει ένα biracial παλαιστής.

  • αγωνιστής

    noun masculine

    Se sei un lottatore non puoi abbandonare la lotta.

    Αν είσαι αγωνιστής, δεν μπορείς να φύγεις από μια μάχη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lottatore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lottatore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη