Μετάφραση του "morire" σε Ελληνικά
Οι πεθαίνω, πεθάνω, καταλήγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morire" σε Ελληνικά.
morire
verb
noun
masculine
γραμματική
Cessare di vivere.
-
πεθαίνω
verbΠαύω να ζω. [..]
Tom è morto prima che suo figlio nascesse.
Ο Τομ πέθανε, πριν γεννηθεί ο γιος του.
-
πεθάνω
Non sono pronto a morire.
Δεν είμαι έτοιμος να πεθάνω.
-
καταλήγω
verbCome è anche possibile che cercare di dimostrare tale teoria sia risultato con la sua morte.
Όπως επίσης είναι πιθανό η δοκιμή της θεωρίας του να κατέληξε στην δολοφονία του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποβιώνω
- αποθνήσκω
- ψοφάω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " morire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "morire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άζωος · άψυχος · λείψανο · νεκρός · πεθαμένος · πτώμα · σώμα
-
Χάρος · αναχώρηση · αποθαμός · θάνατος · θανατάς · νεκρός · πεθαμός · χάρος
-
άζωος · άψυχος · νεκρός · πεθαμένος
-
λιμοκτονώ
-
αιτία θανάτου
-
επίδομα λόγω θανάτου
-
έξαλα
-
Έξαλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη