Μετάφραση του "mormone" σε Ελληνικά
Το Μορμόνος είναι η μετάφραση του "mormone" σε Ελληνικά.
mormone
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
Μορμόνος
noun masculineE'come essere un mormone con l'eccezione che hai solo una moglie.
Είναι σαν να είσαι Μορμόνος μόνο που έχεις μόνο μια γυναίκα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mormone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mormone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μορμόνοι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη