Μετάφραση του "olfattivo" σε Ελληνικά
Το οσφρητικός είναι η μετάφραση του "olfattivo" σε Ελληνικά.
olfattivo
adjective
masculine
γραμματική
Relativo al senso dell'olfatto.
-
οσφρητικός
masculineIl bulbo olfattivo e'direttamente collegato all'ippocampo, l'addetto al controllo delle emozioni.
Ο οσφρητικός βολβός είναι πολύ κοντά στον ιππόκαμπο, ο οποίος ελέγχει τα συναισθήματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " olfattivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "olfattivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οσφραντικό νεύρο
-
οσμορύπανση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη