Μετάφραση του "olfatto" σε Ελληνικά
Οι όσφρηση, Όσφρηση, όσφρησις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olfatto" σε Ελληνικά.
olfatto
noun
masculine
γραμματική
Senso della percezione degli odori.
-
όσφρηση
noun feminineForse la ragazza ha un olfatto simile a quello di altri animali.
Η όσφρηση του κοριτσιού ίσως μοιάζει με εvός σκύλου.
-
Όσφρηση
Forse la ragazza ha un olfatto simile a quello di altri animali.
Η όσφρηση του κοριτσιού ίσως μοιάζει με εvός σκύλου.
-
όσφρησις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " olfatto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη