Μετάφραση του "orlare" σε Ελληνικά

Οι ρελιάζω, στριφώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orlare" σε Ελληνικά.

orlare verb γραμματική

Piegare e cucire il bordo di un vestito, creando così un orlo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρελιάζω

    verb

    Piegare e cucire il bordo di un vestito, creando così un orlo.

  • στριφώνω

    verb

    Piegare e cucire il bordo di un vestito, creando così un orlo.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orlare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "orlare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρολάνδος
  • άκρη · άκρο · γύρος · κράσπεδο · μπορ · πέρας · περίγυρος · στρίφωμα · τέλος · τέρμα · χείλος
  • Ρολάνδος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orlare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη