Μετάφραση του "predicare" σε Ελληνικά
Οι κηρύττω, κηρύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predicare" σε Ελληνικά.
predicare
verb
γραμματική
Fare un sermone.
-
κηρύττω
verbQuando arrivò stava male e i suoi primi tentativi di predicare il Vangelo furono ripetutamente rifiutati.
Ήταν άρρωστος όταν έφθασε και οι προσπάθειές του να κηρύξει το Ευαγγέλιο είχαν επανειλημμένα απορριφθεί.
-
κηρύσσω
verbQuando arrivò stava male e i suoi primi tentativi di predicare il Vangelo furono ripetutamente rifiutati.
Ήταν άρρωστος όταν έφθασε και οι προσπάθειές του να κηρύξει το Ευαγγέλιο είχαν επανειλημμένα απορριφθεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " predicare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη