Μετάφραση του "progressivamente" σε Ελληνικά
Το προοδευτικά είναι η μετάφραση του "progressivamente" σε Ελληνικά.
progressivamente
adverb
In maniera progressiva.
-
προοδευτικά
adjectiveInoltre, il consumo energetico cresce progressivamente e con esso la spesa per l'energia.
Τρίτον, η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται προοδευτικά, το ίδιο και οι δαπάνες για την ενέργεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " progressivamente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη