Μετάφραση του "progressivo" σε Ελληνικά

Οι προοδευτικός, βαθμιαίος, κλιμακωτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "progressivo" σε Ελληνικά.

progressivo adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προοδευτικός

    noun

    Il compromesso, perciò, non è ambizioso ma progressivo.

    Επομένως, ο συμβιβασμός δεν είναι φιλόδοξος, αλλά προοδευτικός.

  • βαθμιαίος

    adjective
  • κλιμακωτός

    L'imposta sul reddito è elevata e molto progressiva, ma, in genere, non vi sono contributi sociali a carico dei datori di lavoro.

    Ο φόρος εισοδήματος είναι υψηλός, και πολύ κλιμακωτός, ενώ σε γενικές γραμμές οι εργοδότες δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν σχεδόν καθόλου κοινωνικές εισφορές.

  • ρηξικέλευθος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " progressivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "progressivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "progressivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη