Μετάφραση του "restringere" σε Ελληνικά
Οι συρικνώνομαι, περιορίζομαι, στενεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restringere" σε Ελληνικά.
restringere
verb
γραμματική
Limitare spec. nel numero o nella quantità.
-
συρικνώνομαι
-
περιορίζομαι
verb -
στενεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " restringere " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "restringere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περίληψη · περιορισμένος
-
ειδική σχετικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη