Μετάφραση του "restringimento" σε Ελληνικά

Οι περιορισμός, συρρίκνωση, μείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restringimento" σε Ελληνικά.

restringimento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun

    In tale contesto occorre assolutamente fare in modo di evitare che ciò comporti un restringimento o una riduzione della ricerca di base in Europa.

    Στα πλαίσια αυτά πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο του περιορισμού είτε ακόμη και της μείωσης της βασικής έρευνας στην Ευρώπη.

  • συρρίκνωση

    noun

    Quindi tu che ti lamenti per un'ora sul tuo presunto restringimento del testicolo, e'considerato lavoro da poliziotto da manuale?

    Οπότε το να μου κλαίγεσαι για μία ώρα για την υποτιθέμενη συρρίκνωση της μαλαπέρδας σου θεωρείται Αστυνομική δουλειά;

  • μείωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restringimento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restringimento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη