Μετάφραση του "restrizione" σε Ελληνικά
Οι περιορισμός, οριοθέτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restrizione" σε Ελληνικά.
restrizione
noun
feminine
γραμματική
-
περιορισμός
noun masculineL’autorità competente revoca il divieto o la restrizione quando vengono meno le condizioni di cui al paragrafo 2.
Η αρμόδια αρχή ανακαλεί την απαγόρευση ή τον περιορισμό, εάν δεν ισχύουν πλέον οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2.
-
οριοθέτηση
nounc) l'istituzione di zone soggette a restrizioni temporanee, appropriate secondo il profilo della malattia.
γ) την οριοθέτηση προσωρινών απαγορευμένων ζωνών, οι οποίες είναι κατάλληλες λόγω των χαρακτηριστικών της νόσου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " restrizione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "restrizione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συναλλαγματικοί περιορισμοί
-
περιορισμός του ανταγωνισμού
-
περιορισμός της παραγωγής
-
περιορισμοί στις εξαγωγές
-
περιορισμός του εμπορίου
-
περιορισμοί στις εισαγωγές
-
περιορισμοί στο εμπόριο
-
ποσοτικός περιορισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη