Μετάφραση του "scioccato" σε Ελληνικά

Το ξαφνιασμένος είναι η μετάφραση του "scioccato" σε Ελληνικά.

scioccato adjective verb masculine γραμματική

Sorpreso e piuttosto infastidito.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαφνιασμένος

    Sorpreso e piuttosto infastidito.

    Sarà troppo scioccato quando vedrà che sono io a ricattarlo.

    Θα είναι τόσο ξαφνιασμένος που θα δει οτι εγώ είμαι αυτόε που τον εκβιάζει

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scioccato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "scioccato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scioccato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη