Μετάφραση του "sciocco" σε Ελληνικά
Οι χαζός, βλάκας, ανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sciocco" σε Ελληνικά.
sciocco
adjective
noun
masculine
γραμματική
Persona con poco giudizio o intelligenza.
-
χαζός
nounTurk sarà anche una pedina, ma non è uno sciocco.
Ο Τουρκ μπορεί vα είvαι πιόvι, αλλά δεv είvαι χαζός.
-
βλάκας
noun masculineCredo che il tuo amico si sia comportato come uno sciocco.
Νομίζω πως ο φίλος σου φέρθηκε σαν βλάκας.
-
ανόητος
noun masculineUno sciocco ha poco cervello, e io debbo percorrere un lungo cammino!
Ο ανόητος δεν έχει μυαλό, κι εγώ έχω πολύ δρόμο μπροστά μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κουτός
- σαχλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sciocco " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sciocco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενθουσιάζω
-
ξαφνιασμένος
-
ξεγελάω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη