Μετάφραση του "scioglimento" σε Ελληνικά

Οι διάλυση, λευτέρωμα - λύσιμο, λιώσιμο - τήξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scioglimento" σε Ελληνικά.

scioglimento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλυση

    noun feminine

    In caso contrario, qualunque interessato può presentare una domanda giudiziale di scioglimento della società.

    Διαφορετικά, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει δικαστικώς τη διάλυση της εταιρίας.

  • λευτέρωμα - λύσιμο

  • λιώσιμο - τήξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scioglimento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "scioglimento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scioglimento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη