Μετάφραση του "sfruttare" σε Ελληνικά

Οι εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι, απομυζώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sfruttare" σε Ελληνικά.

sfruttare verb γραμματική

Adoperare utilmente ed efficacemente ciò che si ha a disposizione. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμεταλλεύομαι

    verb

    Il punto è che non sono a mio agio a sfruttare una relazione personale per scopi politici.

    Δε νιώθω άνετα να εκμεταλλεύομαι μια σχέση για το πολιτικό μου όφελος.

  • επωφελούμαι

    verb

    Molti ragazzi, quindi, sfruttano le circostanze in cui si trovano per dare testimonianza informale.

    Πολλοί νεαροί, λοιπόν, επωφελούνται από την κατάστασή τους κηρύττοντας ανεπίσημα.

  • απομυζώ

    verb
  • χρησιμοποιώ

    verb

    E' questa la base giuridica della presente proposta della Commissione, base che dobbiamo sfruttare.

    Αυτή είναι η νομική βάση της παρούσας πρότασης της Επιτροπής, και πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sfruttare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sfruttare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη