Μετάφραση του "sorso" σε Ελληνικά

Οι γουλιά, αργοπίνω, σιγοπίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorso" σε Ελληνικά.

sorso noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γουλιά

    noun feminine

    Andiamo, se bevesse un sorso di questa roba dovremmo riascoltare la storia della sua prima volta.

    Mια γουλιά να πιει, θα ακούμε για την πρώτη φορά που πήδηξε.

  • αργοπίνω

    verb
  • σιγοπίνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sorso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sorso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη