Μετάφραση του "sorta" σε Ελληνικά
Οι είδος, μορφή, ευγενικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorta" σε Ελληνικά.
sorta
noun
verb
feminine
γραμματική
-
είδος
noun neuterUno stato tra la veglia e il sonno, dove le persone provano una sorta di paralisi.
Μια κατάσταση μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου, όπου οι άνθρωποι βιώνουν ένα είδος παράλυσης.
-
μορφή
noun feminineSi tratta di una sorta di scientismo, uno scientismo improvvisato.
Είναι μια μορφή επιστημονισμού, μια μορφή αυτοσχέδιου επιστημονισμού.
-
ευγενικός
adjective -
βαθμός
noun masculineAgli inizi sono sorti taluni problemi, che oggi sono però in larga parte risolti.
Στην αρχή υπήρξαν κάποια προβλήματα αλλά τώρα έχουν λυθεί σε μεγάλο βαθμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sorta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sorta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας
-
πηγή ατυχήματος
-
πηγή φωτός
-
ανακύπτω · ανατέλλω · ανατολή · βγαίνω · εκπηγάζω · εκπορεύομαι · εμφανίζομαι · προκύπτω · σηκώνομαι
-
κακοτυχία
-
ευθύγραμμη (επίπεδη) πηγή
-
γραμμική πηγή
-
γλειφιτζούρι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη