Μετάφραση του "sorte" σε Ελληνικά
Οι μοίρα, τύχη, πεπρωμένο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorte" σε Ελληνικά.
Tutto ciò che si usa per determinare un risultato a casaccio, per caso o senza scelta o volontà dell'uomo (per esempio con il un dado o a sorte).
-
μοίρα
noun feminineE che tutti quelli che seguono Spartaco condividano la stessa sorte.
Ας έχουν την ίδια μοίρα όσοι ακολουθούν τον Σπάρτακο.
-
τύχη
noun feminineLasciate che la mia buona sorte sia anche la vostra, e ritroverete i vostri cari.
Φρόντισε και εσύ την τύχη μου, και θα ξαναβρεθείς με τα αγαπημένα σου πρόσωπα.
-
πεπρωμένο
noun neuterLa sua missione, se deciderà di accettarla, è affrontare la sorte.
Η αποστολή σου, αν αποφασίσεις να τη δεχτείς, είναι να έρθεις αντιμέτωπος με το πεπρωμένο σου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ειμαρμένη
- κισμέτ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sorte " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sorte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας
-
πηγή ατυχήματος
-
πηγή φωτός
-
ανακύπτω · ανατέλλω · ανατολή · βγαίνω · εκπηγάζω · εκπορεύομαι · εμφανίζομαι · προκύπτω · σηκώνομαι
-
κακοτυχία
-
ευθύγραμμη (επίπεδη) πηγή
-
γραμμική πηγή
-
γλειφιτζούρι