Μετάφραση του "suddito" σε Ελληνικά

Οι υπήκοος, υπεξούσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suddito" σε Ελληνικά.

suddito adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπήκοος

    noun mf

    Non sarò un figlio o un fratello, ma un suddito fedele.

    Δεν θα είμαι ένας γιος ή αδελφός, αλλά ένας πιστός υπήκοος.

  • υπεξούσιος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suddito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suddito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη