Μετάφραση του "suddividere" σε Ελληνικά

Οι τεμαχίζω, υποδιαιρώ, διαιρώ - χωρίζω - επιμερίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suddividere" σε Ελληνικά.

suddividere verb γραμματική

Dividere completamente o in parte lungo una linea più o meno retta. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεμαχίζω

    verb

    Dopo l'aggiunta di caglio, il latte coagulato viene suddiviso in grani della grandezza di 0,5-1 cm circa.

    Μετά την προσθήκη πυτιάς το πηγμένο γάλα τεμαχίζεται σε μικρούς κύβους μήκους πλευράς 0,5 έως 1 cm.

  • υποδιαιρώ

    verb
  • διαιρώ - χωρίζω - επιμερίζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suddividere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suddividere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη