Μετάφραση του "trio" σε Ελληνικά

Το τρίο είναι η μετάφραση του "trio" σε Ελληνικά.

trio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρίο

    noun

    gruppo formato da tre strumentisti e/o cantanti

    Un quartetto ha un membro in più rispetto a un trio.

    Ένα κουαρτέτο έχει ένα παραπάνω μέλος από ένα τρίο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη