Μετάφραση του "trionfare" σε Ελληνικά
Οι θριαμβεύω, θρίαμβος, αγάλλομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trionfare" σε Ελληνικά.
trionfare
verb
γραμματική
Ottenere un grande successo. Arrivare in cima. [..]
-
θριαμβεύω
verbPrevalere sui rivali, le sfide o le difficoltà.
Il male trionfa quando le brave persone non fanno nulla.
Το κακό θριαμβεύει όταν οι καλοί άνθρωποι δεν κάνουν τίποτα.
-
θρίαμβος
noun masculineNon sei ancora stata collaudata, a prescindere dai trionfi che ti aspettano.
Δεν έχεις δοκιμαστεί ακόμα, ασχέτως των θριάμβων που σε περιμένουν.
-
αγάλλομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " trionfare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "trionfare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ατού · θρίαμβος · θριαμβεύω · νίκη
-
θριαμβευτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη