Μετάφραση του "trionfante" σε Ελληνικά
Το θριαμβευτικός είναι η μετάφραση του "trionfante" σε Ελληνικά.
trionfante
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
θριαμβευτικός
adjectiveIn vita fu una persona quasi sconosciuta, ma è ovviamente un dirigente e un vincitore trionfante negli annali dell’eternità.
Ήταν σχεδόν ένα άγνωστο πρόσωπο στη ζωή, αλλά είναι προφανώς θριαμβευτικός ηγέτης στα χρονικά της αιωνιότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " trionfante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη