Μετάφραση του "unire" σε Ελληνικά

Οι ενώνω, συνδέω, συνδυάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unire" σε Ελληνικά.

unire verb γραμματική

Riunire due o più cose o attività. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενώνω

    verb

    Quando si sviluppano al meglio, le religioni uniscono le persone e non le dividono.

    Όταν ανθεί, η θρησκεία ενώνει τους ανθρώπους· δεν τους χωρίζει.

  • συνδέω

    verb

    Tu ed io, padre, siamo uniti da vincoli di sangue e di memoria.

    Εμάς πατέρα, μας συνδέουν οι αναμνήσεις και το αίμα.

  • συνδυάζω

    verb

    A ciò unisco anche la speranza di poter usare tecnologia europea.

    Aυτό το συνδυάζω, κατά βάσιν, και με την ελπίδα να μπορέσει να εγκατασταθεί εδώ ευρωπαϊκή τεχνολογία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγχώνευση
    • συνένωση
    • αναμειγνύω
    • αναμιγνύω
    • εναρμονίζω
    • μοντάρω
    • συναρμολογώ
    • συρράπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη