Μετάφραση του "vano" σε Ελληνικά
Οι δωμάτιο, άχρηστος, διαμέρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vano" σε Ελληνικά.
vano
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Spazio vuoto ricavato in una parete. [..]
-
δωμάτιο
noun neuterUna parte separata di un edificio, racchiuso da mura, un soffitto e un pavimento.
-
άχρηστος
adjective masculine -
διαμέρισμα
nounIl serbatoio del carburante deve essere installato sul veicolo in modo permanente ed esterno al vano motore.
Η δεξαμενή καυσίμου πρέπει να είναι μόνιμα τοποθετημένη στο όχημα, αλλά όχι στο διαμέρισμα του κινητήρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανώφελος
- ματαιόδοξος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vano " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη