Μετάφραση του "vantaggio" σε Ελληνικά

Οι πλεονέκτημα, όφελος, προβάδισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vantaggio" σε Ελληνικά.

vantaggio noun masculine γραμματική

Vantaggio, tornaconto personale.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεονέκτημα

    noun neuter

    Non vi è stata alcuna valutazione dei vantaggi relativi delle proposte di progetto.

    Δεν αξιολογήθηκαν τα σχετικά πλεονεκτήματα των προτάσεων έργων.

  • όφελος

    noun neuter

    Tentare di tramutare la vostra comprensibile indignazione in un vantaggio finanziario personale.

    Να μετατρέπεις τον δικαιολογημένο σου θυμό σε προσωπικό οικονομικό όφελος.

  • προβάδισμα

    noun neuter

    Le abbiamo dato un po'di vantaggio, ma non siamo riusciti a tenerlo a bada a lungo.

    Της δώσαμε ένα μικρό προβάδισμα για να ξεφύγει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αβαντάζ
    • διαφορά
    • πλεονέκτημα εκκίνησης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vantaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vantaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vantaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη