Μετάφραση του "vantaggio" σε Ελληνικά
Οι πλεονέκτημα, όφελος, προβάδισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vantaggio" σε Ελληνικά.
vantaggio
noun
masculine
γραμματική
Vantaggio, tornaconto personale.
-
πλεονέκτημα
noun neuterNon vi è stata alcuna valutazione dei vantaggi relativi delle proposte di progetto.
Δεν αξιολογήθηκαν τα σχετικά πλεονεκτήματα των προτάσεων έργων.
-
όφελος
noun neuterTentare di tramutare la vostra comprensibile indignazione in un vantaggio finanziario personale.
Να μετατρέπεις τον δικαιολογημένο σου θυμό σε προσωπικό οικονομικό όφελος.
-
προβάδισμα
noun neuterLe abbiamo dato un po'di vantaggio, ma non siamo riusciti a tenerlo a bada a lungo.
Της δώσαμε ένα μικρό προβάδισμα για να ξεφύγει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αβαντάζ
- διαφορά
- πλεονέκτημα εκκίνησης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vantaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vantaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχετικό πλεονέκτημα
-
πλεονέκτημα του χρήστη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη