Μετάφραση του "vantaggioso" σε Ελληνικά
Το πλεονεκτικός είναι η μετάφραση του "vantaggioso" σε Ελληνικά.
vantaggioso
adjective
masculine
γραμματική
Che porta un vantaggio.
-
πλεονεκτικός
adjectiveTale tasso deve essere sufficientemente basso da rendere vantaggioso l’uso di uno strumento di screening.
Αυτό το ποσοστό πρέπει να είναι αρκετά χαμηλό για να θεωρείται πλεονεκτική η χρήση της μεθόδου διαλογής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vantaggioso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη