Μετάφραση του "isolasjon" σε Ελληνικά

Οι απομόνωση, μόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolasjon" σε Ελληνικά.

isolasjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • απομόνωση

    noun feminine

    Det betydde at han måtte holde seg skjult og leve i fullstendig isolasjon mange måneder i trekk.

    Σήμαινε ότι έπρεπε να κρύβεται, να ζει σε πλήρη απομόνωση επί μήνες χωρίς διακοπή.

  • μόνωση

    noun feminine

    Pelsen har et bunnlag med kort, fint grunnhår som fungerer som isolasjon.

    Το κοντό, μαλακό υποτρίχωμά του λειτουργεί ως μόνωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolasjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolasjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη