Μετάφραση του "korrespondanse" σε Ελληνικά

Το αλληλογραφία είναι η μετάφραση του "korrespondanse" σε Ελληνικά.

korrespondanse
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αλληλογραφία

    noun feminine

    Personlige brev og annen korrespondanse som du vil ta vare på, bør arkiveres på et bestemt sted.

    Τα προσωπικά γράμματα, και άλλου είδους αλληλογραφία που θέλετε να κρατήσετε, να τα ταξινομείτε σε συγκεκριμένο μέρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korrespondanse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korrespondanse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη