Μετάφραση του "bewering" σε Ελληνικά

Το ισχυρισμός είναι η μετάφραση του "bewering" σε Ελληνικά.

bewering noun feminine γραμματική

Een positieve uitleg of verklaring, vaak zonder ondersteuning of reden. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχυρισμός

    noun

    Deze bewering wordt op geen enkele wijze onderbouwd of gerechtvaardigd.

    Ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό ή αιτιολογικό στοιχείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη