Μετάφραση του "bewerken" σε Ελληνικά

Οι διεργασία, επεξεργασία, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewerken" σε Ελληνικά.

bewerken verb γραμματική

veranderen om iets voor een of ander doel geschikt te maken

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεργασία

    noun feminine
  • επεξεργασία

    noun

    b) dit hoofdstuk omvat niet, gepelde of op andere wijze bewerkte granen.

    β) Το κεφάλαιο αυτό δεν περιλαμβάνει τους σπόρους που έχουν ξεφλουδιστεί ή υποστεί άλλη επεξεργασία.

  • εργασία

    noun feminine

    De werkzaamheden thuis bestonden uit het bewerken van e-mail en het maken en versturen van offertes.

    Η κατ’ οίκον εργασία συνίστατο στη σύνταξη μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στη σύνταξη και αποστολή προσφορών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαδικασία
    • δικαστική κλήση
    • επεξεργάζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewerken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bewerken
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επεξεργασία

    Bewerkt de geselecteerde emoticon om het pictogram of de tekst te wijzigen

    Επεξεργασία του επιλεγμένου εικονιδίου διάθεσης για την τροποποίηση του εικονιδίου ή του κειμένου του

Φράσεις παρόμοιες με "bewerken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewerken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη