Μετάφραση του "bewerking" σε Ελληνικά

Οι διεργασία, επεξεργασία, διαδικασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewerking" σε Ελληνικά.

bewerking noun feminine γραμματική

een verandering om iets voor een bepaald doel geschikt te maken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεργασία

    noun feminine

    De test moet op een samengesteld monster van ruwe vezels worden uitgevoerd voordat er enige natte bewerking plaatsvindt.

    Η δοκιμή διενεργείται σε σύνθετο δείγμα ακατέργαστων ινών πριν από οποιαδήποτε υγρή διεργασία.

  • επεξεργασία

    noun

    een verandering om iets voor een bepaald doel geschikt te maken

    Het zijn tussenproducten die een verdere bewerking behoeven, voornamelijk voor de vervaardiging van kaas.

    Πρόκειται για «ενδιάμεσα» προϊόντα, που απαιτούν περαιτέρω επεξεργασία, κυρίως για την παραγωγή τυριών.

  • διαδικασία

    noun feminine

    Uitbestede bewerkingen als onderdeel van de vervaardiging van cement

    Εργασίες υπεργολαβίας στο πλαίσιο της διαδικασίας παραγωγής τσιμέντου

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κουλτούρα
    • λειτουργία
    • εγχείριση
    • δικαστική κλήση
    • ενέργεια
    • επεξεργάζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewerking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bewerking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewerking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη