Μετάφραση του "bewezen" σε Ελληνικά
Το αποδεδειγμένος είναι η μετάφραση του "bewezen" σε Ελληνικά.
bewezen
particle
verb
γραμματική
-
αποδεδειγμένος
AdjectiveVoorts dienen specifieke individuele omstandigheden in aanmerking te worden genomen, zoals bewezen analfabetisme en medische aandoeningen.
Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη ειδικές ατομικές περιπτώσεις (όπως ο αποδεδειγμένος αναλφαβητισμός, ιατρικές καταστάσεις).
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bewezen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bewezen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποδεικνύω
-
αποδεικτική διαδικασία
-
απόδειξη με αντίφαση · εις άτοπον απαγωγή
-
όπερ έδει δείξαι
-
Αποδεικτικά μέσα · αποδείξεις · αποδεικτικά μέσα · απόδειξη · κατάθεση · πειστήριο · τεκμήριο
-
Αρχαιολογική μαρτυρία
-
Μαθηματική απόδειξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη