Μετάφραση του "bewijzen" σε Ελληνικά

Το αποδεικνύω είναι η μετάφραση του "bewijzen" σε Ελληνικά.

bewijzen verb noun γραμματική

aantonen; staven [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδεικνύω

    verb

    Jurgen kan gelijk hebben, maar ze kunnen het niet bewijzen.

    O Γιούργκεv ίσως έχει δίκιo, αλλά πώς θα το αποδείξει;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewijzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bewijzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewijzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη