Μετάφραση του "bewijs" σε Ελληνικά

Οι απόδειξη, τεκμήριο, πειστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewijs" σε Ελληνικά.

bewijs noun verb neuter γραμματική

datgene wat de juistheid van een bewering onweerlegbaar vast (kan) leggen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδειξη

    noun feminine

    De bevoegde autoriteit registreert het bewijs dat een dergelijke intrekking heeft plaatsgevonden.

    Η απόδειξη της ανάκλησης αυτής καταχωρίζεται από την αρμόδια αρχή.

  • τεκμήριο

    noun neuter

    Het vervoerbewijs levert volledig bewijs, behoudens tegenbewijs, van het sluiten en de inhoud van de vervoerovereenkomst.

    Ο τίτλος μεταφοράς αποτελεί τεκμήριο, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, της σύναψης και του περιεχομένου της συμβάσεως μεταφοράς.

  • πειστήριο

    noun neuter

    Als bewijs bied ik u wat ik heb vernomen.

    Προσφέρω αυτή την πληροφορία που συνέλεξα ως πειστήριο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατάθεση
    • αποδείξεις
    • Αποδεικτικά μέσα
    • αποδεικτικά μέσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewijs " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bewijs" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewijs" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη