Μετάφραση του "bewondering" σε Ελληνικά

Οι θαυμασμός, κατάπληξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewondering" σε Ελληνικά.

bewondering noun feminine γραμματική

het bekijken met enig ontzag

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θαυμασμός

    noun masculine

    En toch gaat mijn bewondering gepaard met een gelijk deel aan voorzichtigheid.

    Και όμως ο θαυμασμός μου είναι ίσος με την προφύλαξη μου.

  • κατάπληξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewondering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewondering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη