Μετάφραση του "bewonen" σε Ελληνικά

Οι κατοικώ, μένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewonen" σε Ελληνικά.

bewonen verb γραμματική

wonen in, wonen op

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικώ

    verb

    Ik geloof in deze wereld en de wezens die haar bewonen.

    Πιστεύω σε αυτόν τον κόσμο και στα πλάσματα που τον κατοικούν.

  • μένω

    verb

    Ik wil weten over de wereld die je bewoont.

    Θέλω να ξέρω για τον κόσμο που μένετε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewonen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bewonen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewonen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη