Μετάφραση του "bewoner" σε Ελληνικά

Οι κάτοικος, κάτοχος, ένοικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewoner" σε Ελληνικά.

bewoner noun masculine γραμματική

Een persoon woonachtig in een regio, stad, huis, land, enz. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάτοικος

    noun masculine

    Een persoon woonachtig in een regio, stad, huis, land, enz.

    Meer dan de helft van de bewoners zijn tegen het plan.

    Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους είναι ενάντια στο σχέδιο.

  • κάτοχος

    Noun

    je niet in een appartement mag trekken en alle huidige bewoners lastig vallen.

    δεν μπορείς να έρθεις και να ενοχλήσεις τους ήδη υπάρχοντες κατόχους διαμερισμάτων.

  • ένοικος

    noun masculine

    Er zijn geen indicaties dat de bewoner van dit appartement rookt.

    Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο ένοικος του διαμερίσματος κάπνιζε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewoner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bewoner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewoner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη