Μετάφραση του "bezieling" σε Ελληνικά

Οι πνοή, αγιάζι, αναπνοή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezieling" σε Ελληνικά.

bezieling noun feminine γραμματική

Een vurig enthousiastisch gevoel, gewoonlijk in het voordeel van een persoon of een zaak.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πνοή

    noun

    Het geheel mist ambitie, aantrekkingskracht, bezieling, en dat is spijtig voor de burger.

    Σε όλα αυτά μάλλον ελλείπει φιλοδοξία, ελκυστικότητα και πνοή και είναι πολύ κρίμα για τους πολίτες της Ευρώπης.

  • αγιάζι

    noun
  • αναπνοή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bezieling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bezieling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη