Μετάφραση του "bezinking" σε Ελληνικά
Το καθίζηση είναι η μετάφραση του "bezinking" σε Ελληνικά.
bezinking
-
καθίζηση
noun feminineHet scheiden van zwevende deeltjes en materiaal door bezinking onder invloed van de zwaartekracht.
Ο διαχωρισμός αιωρούμενων σωματιδίων και υλικού με βαρυτική καθίζηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bezinking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη