Μετάφραση του "bezigheid" σε Ελληνικά
Οι απασχόληση, ασχολία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezigheid" σε Ελληνικά.
bezigheid
noun
feminine
γραμματική
iets waarmee men bezig is [..]
-
απασχόληση
noun feminineAls dat voor mij'n kwelling is,'n pijnlijke, smadelijke bezigheid, iets als't uitdrukken van aambeien.
Αν είναι μια βασανιστική απασχόληση σαν τις αιμορρο ̈ ι ̈ δες;
-
ασχολία
nounBinnenkort zal ik wellicht alle andere bezigheden opgeven en gewoonweg schrijven.
Σύντομα, χωρίς αμφιβολία, θα σταματήσω κάθε άλλη ασχολία και απλά θα γράφω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bezigheid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη