Μετάφραση του "bezit" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτησία, κατοχή, περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezit" σε Ελληνικά.

bezit verb noun γραμματική

datgene wat men in eigendom heeft [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    Iets dat van iemand is.

    Als zij de juiste panden bezitten, is dat veel waardevoller dan een gokschuld.

    Η κατάλληλη ιδιοκτησία θα αποδώσει πολύ περισσότερα λεφτά από ένα χρέος τζόγου.

  • κατοχή

    noun feminine

    We hebben reden om aan te nemen dat je in het bezit bent van subversieve documenten.

    Έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως βρίσκονται στην κατοχή σας αντικυβερνητικά έγγραφα.

  • περιουσία

    noun feminine

    Het tempo waarin woningen opnieuw in bezit worden genomen, is echter zeer traag.

    Ωστόσο, ο ρυθμός ανάκτησης της ακίνητης περιουσίας είναι πολύ αργός.

  • κυριότητα

    feminine

    De risico’s en de winsten in verband met het bezit van de goederen gaan over op de leasenemer.

    Οι κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με την κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζονται στο μισθωτή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bezit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bezit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bezit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη