Μετάφραση του "correspondent" σε Ελληνικά
Οι ανταποκριτής, επιστολογράφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "correspondent" σε Ελληνικά.
correspondent
noun
masculine
γραμματική
-
ανταποκριτής
noun masculineVoordat Vili zijn gokwinkel opende, was hij een van de beste correspondenten in de aandelenhandel.
Πριν ανοίξει το γραφείο στοιχημάτων ο Βίλι ήταν ο καλύτερος ανταποκριτής.
-
επιστολογράφος
συγγραφέας δι' αλληλογραφίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " correspondent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη