Μετάφραση του "groei" σε Ελληνικά
Οι ανάπτυξη, Growth είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groei" σε Ελληνικά.
groei
noun
verb
common
γραμματική
Economische ontwikkeling dat verschijnt in het geval van hogere werkgelegenheid, kapitaal, besteding en productie. [..]
-
ανάπτυξη
noun feminineHet bedrijf volgt een strategie van verticale integratie en groei door middel van overnames.
Η στρατηγική της βασιζόταν στην κάθετη διάρθρωση και στην ανάπτυξη μέσω της αγοράς άλλων επιχειρήσεων.
-
Growth
proces van toename van de grootte en de complexiteit van cellen of van organismen
Het budget van het programma GROEI bedraagt 2,7 miljard euro.
Ο προϋπολογισμός για το πρόγραμμα GROWTH είναι 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " groei " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "groei" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυξάνομαι · γεμίζω · μεγαλώνω
-
ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πρωτοβουλία
-
Εκθετική αύξηση
-
Οικονομική μεγένθυνση · οικονομική μεγέθυνση
-
ανάπτυξη επιχείρησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη