Μετάφραση του "groen" σε Ελληνικά
Οι πράσινος, πράσινο, άπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groen" σε Ελληνικά.
de kleur tussen geel en blauw [..]
-
πράσινος
adjective masculineΑυτό που έχει το πράσινο σαν χρώμα. Αυτό που έχει την απόχρωση του τμήματος του ορατού φάσματος που βρίσκεται μεταξύ κίτρινου και κυανού, που ένας παρατηρητής αντιλαμβάνεται σαν ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος περιλαμβάνεται περίπου ανάμεσα στα 490 και στα 570 νανόμετρα. [..]
Tom heeft blond haar en groene ogen.
Ο Τομ έχει ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια.
-
πράσινο
noun neuterχρώμα ματιών [..]
Tom heeft blond haar en groene ogen.
Ο Τομ έχει ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια.
-
άπειρος
adjective masculineHij is nog wat groen, maar hij heeft al één tocht gedaan in de Perzische Golf.
Λίγο άπειρος, αλλά έκανε μία αποστολή στον Περσικό Κόλπο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρωτόβγαλτος
- Πράσινο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " groen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "groen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
το ξένο είναι πιο γλυκό · του γείτονα είναι πάντα καλύτερο
-
Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά-Βόρεια Πράσινη Αριστερά
-
Πράσινη στέγη
-
πράσινο τσάι
-
πράσινη επανάσταση
-
Πράσινη Χημεία
-
εντάξει
-
Ευρωπαϊκό Πράσινο Κόμμα