Μετάφραση του "groeien" σε Ελληνικά
Οι μεγαλώνω, γεμίζω, αυξάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groeien" σε Ελληνικά.
groeien
verb
γραμματική
groter worden [..]
-
μεγαλώνω
verbIk laat helemaal niets groeien, alleen nog een dikke wietplant op mijn nachtkastje.
Δεν μεγαλώνω τίποτα, εκτός από το χόρτο στη γλάστρα στο κομοδίνο.
-
γεμίζω
verbOp enkele dagen tijd, groeien er velden lelies.
Μέσα σε λίγες ημέρες, οι πεδιάδες γεμίζουν με κρίνα.
-
αυξάνομαι
verbDe vier van ons groeiden samen op.
Οι τέσσερις από μας που αρχίζουμε τα αυξάνομαι-op από κοινού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " groeien " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "groeien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πρωτοβουλία
-
Εκθετική αύξηση
-
Growth · ανάπτυξη
-
Οικονομική μεγένθυνση · οικονομική μεγέθυνση
-
ανάπτυξη επιχείρησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη