Μετάφραση του "handhaven" σε Ελληνικά
Οι διατηρώ, επιμένω, κρατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handhaven" σε Ελληνικά.
iets doen voortbestaan, aan iets vasthouden [..]
-
διατηρώ
verbEen arbeidscontractant die niet voldoende geschikt blijkt om in zijn functie te worden gehandhaafd, wordt ontslagen.
Ο συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος δεν επέδειξε επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται.
-
επιμένω
verbIn haar aanvullende opmerkingen handhaafde zij haar oorspronkelijke klacht.
G. Στις συμπληρωματικές τις παρατηρήσεις επέμεινε στην αρχική της καταγγελία.
-
κρατώ
verbΔιατηρώ κάτι στην κυριότητά μου.
Het gedrag van Canada is bepaald niet te goeder trouw en daarom handhaaft het land een vijandige houding.
Η συμπεριφορά του Καναδά δεν είναι καλοπροαίρετη, κάθε άλλο μάλιστα, κρατά εχθρική στάση.
-
αντέχω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " handhaven " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate