Μετάφραση του "krot" σε Ελληνικά

Οι κουρέλι, καλύβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krot" σε Ελληνικά.

krot noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρέλι

    noun neuter
  • καλύβα

    noun feminine

    Een krot met paarse muren en gebarsten linoleum.

    Μια καλύβα με μωβ τοίχους, με σπασμένο μουσαμά δαπέδου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη